γίννος

γίννος or [full] γιννός, , alleged offspring of mare by mule, Arist.HA 577b25, cf. GA748b34;
A small mule, Str.4.6.2; hinny, Hsch.; [full] γῖνος IG12(1).677.23 ([place name] Ialysus).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γίννος — και γιννός, ο (Α γίννος και γῑνος). νεοελλ. γόνος αρσενικού ίππου και θηλυκής όνου αρχ. 1. υποτιθέμενος γόνος ημιόνου και θηλυκής όνου 2. μικρόσωμος ημίονος. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος, άγνωστης ετυμολογίας. Πιθανόν να συνδέεται με τον μεταγενέστερο… …   Dictionary of Greek

  • ίννος — ἴννος, ὁ (Α) ο γίννος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για μτγν. τ. τής λ. γίννος*, που έχει την ίδια σημ. Στη λατ. μαρτυρείται η δάνεια λ. hinnus] …   Dictionary of Greek

  • HINNUS — dicitur ex equo et asina genitus, Vatroni l. 2. c. 8. sicut mulus, qui procreatur ex asino et equa. Plin. l. 8. c. 44. Graecis ἵννος, ὕννος, et γίννος, vide supra Ginnus, et infra ubi de Mulabus fecundis …   Hofmann J. Lexicon universale

  • όνιννος — ὄνιννος, ὁ (Α) είδος παρασίτου που ζει σε θαλάσσια φύκη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Αν η λ. έχει παραδοθεί σωστά, πιθ. να αποτελεί σύνθ. με α συνθετικό το ὄνος και β συνθετικό τη λ. ἴννος (πιθ. μτγν. τ. τού γίννος «γόνος ημιόνου και θηλυκής όνου»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.